extroverted
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | extroverted |
| συγκριτικός | more extroverted |
| υπερθετικός | most extroverted |
Επίθετο
[επεξεργασία]extroverted (en)
- εξωστρεφής
He is extroverted.
- Είναι εξωστρεφής.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη sociable
- ≠ αντώνυμα: introverted