Μετάβαση στο περιεχόμενο

exutoire

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
exutoire exutoires

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

exutoire (fr) αρσενικό

  1. ο τρόπος διαφυγής
  2. η χαβούζα