Μετάβαση στο περιεχόμενο

féta

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /fe.ta/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
féta fétas

féta (fr) θηλυκό