faðir
Εμφάνιση
Ισλανδικά (is)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- faðir < (κληρονομημένο) παλαιά νορβηγική faðir, ᚠᛅᚦᛁᛦ (faþiʀ) < πρωτογερμανική *fadēr < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ph₂tḗr
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈfaː.ðɪr̥/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : fa‐ðir
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]faðir (is) αρσενικό
- (οικογένεια) ο πατέρας
Πηγές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα παλαιά νορβηγικά (ισλανδικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά νορβηγικά (ισλανδικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτογερμανική (ισλανδικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (ισλανδικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ισλανδική γλώσσα
- Ουσιαστικά (ισλανδικά)
- Οικογένεια (ισλανδικά)