fabrică
Μετάβαση στην πλοήγηση
Πήδηση στην αναζήτηση
Ρουμανικά (ro)[επεξεργασία]
Ουσιαστικό[επεξεργασία]
fabrică (ro) θηλυκό
- το εργοστάσιο, η φάμπρικα
[επεξεργασία]
Κλίση[επεξεργασία]
κλίση του fabrică
ενικός | πληθυντικός | |||
---|---|---|---|---|
αόριστη άρθρωση | οριστική άρθρωση | αόριστη άρθρωση | οριστική άρθρωση | |
ονομαστική | o fabrică | fabrica | nişte fabrici | fabricile |
γενική | a unei fabrici | fabricii | a unor fabrici | fabricilor |
δοτική | a unei fabrici | fabricii | a unor fabrici | fabricilor |
αιτιατική | o fabrică | fabrica | nişte fabrici | fabricile |
κλητική | — | - | — | - |