Μετάβαση στο περιεχόμενο

factrice

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
factrice factrices

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

factrice (fr) θηλυκό (αρσενικό: facteur

  1. η ταχυδρόμος
  2. η κατασκευάστρια