faculté

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

faculté (fr) θηλυκό (πληθυντικός facultés)

  1. σχολή (πανεπιστημιακή)
  2. (φιλοσοφία) δυνατότητα, ικανότητα