faint

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

faint (en)

  1. αδύναμος, ασθενικός, εξασθενημένος, καταβεβλημένος
    faint with hunger - εξασθενημένος από την πείνα
    faint resistance - αδύναμη αντίσταση
  2. άτολμος, χωρίς θάρρος και ενέργεια
  3. αμυδρός, αδιόρατος, ανεπαίσθητος
    a faint smile - ένα αδιόρατο χαμόγελο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

faint (en)

  1. η λιποθυμία

Ρήμα[επεξεργασία]

faint (en)

  1. λιποθυμώ