faint

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

faint (en)

  1. αδύναμος, ασθενικός, εξασθενημένος, καταβεβλημένος
    faint with hunger - εξασθενημένος από την πείνα
    faint resistance - αδύναμη αντίσταση
  2. άτολμος, χωρίς θάρρος και ενέργεια
  3. αμυδρός, αδιόρατος, ανεπαίσθητος
    a faint smile - ένα αδιόρατο χαμόγελο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

faint (en)

  1. η λιποθυμία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

faint (en)

  1. λιποθυμώ