Μετάβαση στο περιεχόμενο

faisable

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
faisable faisables

Επίθετο

[επεξεργασία]

faisable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. πραγματοποιήσιμος
  2. (κατ’ επέκταση) εφικτός