faitout

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

faitout < fait + tout

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
faitout faitouts

faitout (fr) αρσενικό