faitout
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| faitout | faitouts |
faitout (fr) αρσενικό
- → δείτε τη λέξη fait-tout
| ενικός | πληθυντικός |
| faitout | faitouts |
faitout (fr) αρσενικό