Μετάβαση στο περιεχόμενο

fall short

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
fall short <  δείτε τις λέξεις fall και short

Έκφραση

[επεξεργασία]

fall short (en)

  • (ιδιωματισμός) υπολείπομαι, υστερώ, που αποτυγχάνει να φτάσει στο επίπεδο που περίμενα ή χρειαζόμουν
    παράδειγμα  The box office receipts fell short of the theater director’s expectations.
    Οι εισπράξεις του ταμείου υπελήφθησαν των προσδοκιών του διευθυντού του θεάτρου.
    παράδειγμα  Your performance falls short of what we expected.
    Η επίδοσή σου υστερεί, δεν είναι αυτό που περιμέναμε.