fallecido
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | fallecido | fallecidos |
| θηλυκό | fallecida | fallecidas |
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /fa.ʝeˈsi.ðo/ (Λατινική Αμερική)
- ΔΦΑ : /fa.ʝeˈθi.ðo/ (Ισπανία)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : fa‐lle‐ci‐do
Επίθετο
[επεξεργασία]fallecido (es)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]fallecido (es)
Πηγές
[επεξεργασία]- fallecido - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.