Μετάβαση στο περιεχόμενο

fallen

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός fallen
συγκριτικός more fallen
υπερθετικός most fallen

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
fallen < fall + -en

Επίθετο

[επεξεργασία]

fallen (en)

  1. πεσμένος, που έχει πέσει
    παράδειγμα  Why are all my things fallen on the floor?
    Γιατί είναι όλα τα πράγματά μου πεσμένα στο πάτωμα;
    παράδειγμα  Pick up the fallen fruit.
    Μάζεψε τα πεσμένα φρούτα.
  2. έκπτωτος, διεφθαρμένος, που υπόκειται στην αμαρτία και τη διαφθορά
    παράδειγμα  fallen human nature - έκπτωτη ανθρώπινη φύση

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

fallen (en)



Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈfalən/
 
 

fallen (de)