falling

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

falling (en) (δεν έχει παραθετικά)

  1. που πέφτει
    falling leaves
    falling prices
    falling tensions in Gaza (η ένταση μειώνεται στη Γάζα)
  2. πτωτικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

falling (en) συνήθως στον ενικό - πληθυντικός: fallings

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

falling (en)

  • ενεργητική μετοχή του ρήματος fall