familièrement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
familièrement < familière + -ment

Επίρρημα

[επεξεργασία]

familièrement (fr)

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  • → δείτε τη λέξη familier