familial

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

familial < λατινική familia

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fa.mi.ljal/
 

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό familial familiaux
θηλυκό familiale familiales

familial (fr)

  1. οικογενειακός
  2. (στο θηλυκό) είδος αυτοκινήτου που μπορεί να μεταφέρει έξι ως εννιά άτομα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]