fatica

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Italy.svg Ιταλικά (it) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

fatica < λατινική fatiga, παράγωγο του fatigare, affaticare

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
fatica fatiche

fatica (it)

  1. εξάντληση
  2. δυσχέρια, δυσκολία
  3. (ιατρική) κόπωση ενός οργάνου του σώματος, πχ από την υπερβολική εργασία