fatidique
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| fatidique | fatidiques |
fatidique (fr) αρσενικό ή θηλυκό
| ενικός | πληθυντικός |
| fatidique | fatidiques |
fatidique (fr) αρσενικό ή θηλυκό