Μετάβαση στο περιεχόμενο

fatidique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
fatidique < λατινική fatidicus (που προβλέπει την μοίρα)

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
fatidique fatidiques

fatidique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]