Μετάβαση στο περιεχόμενο

favorably

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός favorably
συγκριτικός more favorably
υπερθετικός most favorably

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
favorably < favorable + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

favorably (en) (αμερικανική γραφή)

  • ευνοϊκά, με καλό μάτι
    παράδειγμα  The project was received favorably by the public.
    Το έργο έγινε δεκτό ευνοϊκά από το κοινό.
    παράδειγμα  The investors reacted favorably to the news.
    Οι επενδυτές αντέδρασαν ευνοϊκά στα νέα.
    παράδειγμα  Foreign buyers look at Cretan products favorably.
    Με καλό μάτι είδαν τα κρητικά προϊόντα οι ξένοι αγοραστές.

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]