Μετάβαση στο περιεχόμενο

favourably

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός favourably
συγκριτικός more favourably
υπερθετικός most favourably

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
favourably < favourable + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

favourably (en)