Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

feeling (en)

  1. μετοχή ενεστώτα του feel

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

feeling (en)

  1. αίσθηση
    I don't like the feeling of the wool on my skin
  2. διαίσθηση, προαίσθημα, ένστικτο, αίσθημα
    I have a bad feeling about it. Dont do it
  3. ευαισθησία, συμπόνια, συναίσθηση
    It seems they have no feeling for what those measures will mean to all those unemployed people
  4. πιθανόν παρορμητική, συγκινησιακή τάση, συναισθηματική προσέγγιση
δείτε τη λέξη: feelings

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

feeling (en)

  1. ευαίσθητος, με κατανόηση
    Despite his rough attitude, our teacher was eventually proven to be surprisingly feeling

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

feeling < αγγλική

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /?/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

feeling (fr) αρσενικό

jouer d'un instrument au feeling - παίζω ένα μουσικό όργανο ανάλογα με την έμπνευση της στιγμής / ανάλογα με τις αισθήσεις που μου προκαλεί