feelings

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

feelings (en) πληθυντικός της λέξης feeling

  1. αισθήματα, συναισθηματική κατάσταση
    You are hurting my feelings : με πληγώνεις
  2. ερωτικό συναίσθημα προς κάποιον
    She is not ready yet to get involved with me or anybody else, she has feelings for her ex : δεν είναι έτοιμη να κάνει δεσμό με μένα ή οποιονδήποτε άλλο, τρέφει ακόμα ερωτικά αισθήματα για τον πρώην της