fendre

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

fendre (fr)

  1. σχίζω, κόβω κατά μήκος
    fendre du bois - κόβω ξύλα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]