festivalier
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- festivalier < festival
Επίθετο
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | festivalier | festivaliers |
| θηλυκό | festivalière | festivalières |
festivalier (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- σχετικός με το φεστιβάλ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | festivalier | festivaliers |
| θηλυκό | festivalière | festivalières |
festivalier (fr) αρσενικό ή θηλυκό