Μετάβαση στο περιεχόμενο

fetovať

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: tetovať

Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
fetovať < fet (ναρκωτική ουσία) + -ovať

fetovať (sk)

Παράγωγα

[επεξεργασία]
  • fetovať - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025