feutre

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

feutre (fr) αρσενικό

  1. κετσές
  2. μαρκαδόρος
    Le stylo-feutre, le feutre, ο μαρκαδόρος.