fidget

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

fidget < fidge

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈfɪdʒ.ɪt/

Ρήμα[επεξεργασία]

fidget (en)

  1. κινούμαι νευρικά, άσκοπα ή ακατάπαυστα
  2. παίζω με κάτι, το πασπατεύω

Ρήμα[επεξεργασία]

fidget (en)

  • κάποιος που ενεργεί όπως δηλώνει το ρήμα

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]