figure

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: figuré

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας figure
γ΄ ενικό ενεστώτα figures
αόριστος figured
παθητική μετοχή figured
ενεργητική μετοχή figuring

figure (en)

Παράγωγα[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fi.ɡyʁ/
 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
figure figures

figure (fr) θηλυκό

  1. (οικείο) το πρόσωπο, το μούτρο
    lave-toi la figure ! - πλύνε το πρόσωπό σου!
  2. (εραλδική) η φιγούρα
    figure de fantaisie - φανταστική φιγούρα (που παριστάνει φανταστικά σχήματα)
    figure naturelle - φυσική φιγούρα (που παριστάνει αληθινά αντικείμενα)

Εκφράσεις[επεξεργασία]



Ιταλικά (it)[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
figura figure

figure (it)