Μετάβαση στο περιεχόμενο

filasse

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
filasse < (κληρονομημένο) δημώδης λατινική filacea < λατινική filum

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /fiˈlas/
τυπογραφικός συλλαβισμός: filasse

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
filasse filasses

filasse (fr) θηλυκό