filasse
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- filasse < (κληρονομημένο) δημώδης λατινική filacea < λατινική filum
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /fiˈlas/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : fi‐lasse
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| filasse | filasses |
filasse (fr) θηλυκό
- η τριχιά
Πηγές
[επεξεργασία]- filasse - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
- filasse - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online