filing
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| filing | filings |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]filing (en)
- τα ρινίσματα που προκύπτουν από την κατεργασία ενός αντικειμένου με λίμα ή άλλο παρόμοιο εργαλείο
- το λιμάρισμα
- η αρχειοθέτηση
- η εγγραφή ενός νομικού εγγράφου στο πρωτόκολλο
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]filing (en)
- ενεργητική μετοχή ενεστώτα του file