fill in
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | fill in |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | fills in |
| αόριστος | filled in |
| παθητική μετοχή | filled in |
| ενεργητική μετοχή | filling in |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]fill in (en)
- αντικατασταίνω, κάνω τη δουλειά κάποιου για λίγο ενώ δεν είναι εκεί
- γεμίζω κάτι εντελώς
Fill in the blanks with the correct words.
- Γεμίστε τα κενά με τις σωστές λέξεις.
- συμπληρώνω
- ενημερώνω