fill up

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

fill up (en)

  1. γεμίζω κάτι καλά
  2. χορταίνω, γεμίζω το στομάχι μου
  3. ενοχλώ, γίνομαι φόρτωμα, μπαφιάζω κάποιον, τον φλομώνω
  4. (όρος στο πόκερ) συμπληρώνω φουλ είτε κατά το αρχικό μοίρασμα είτε κατά τη σειρά μου