filmagem

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
filmagem filmagens

filmagem (pt) θηλυκό

  1. το γύρισμα ενός κινηματογραφικού έργου