filtre

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
filtre filtres

filtre (fr) αρσενικό

  1. φίλτρο (για διύλιση)

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]