financial

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

financial < finance

Επίθετο[επεξεργασία]

financial (en)

  1. χρηματοοικονομικός
  2. οικονομικός, σχετικός με την κίνηση του χρήματος
  3. οικονομικώς τακτοποιημένο μέλος ενός συλλόγου κλπ

Δείτε επίσης[επεξεργασία]