financial
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]financial (en) (χωρίς παραθετικά)
- οικονομικός, χρηματοοικονομικός, χρηματοπιστωτικός, συνδέονται με χρήματα και οικονομικά
We’re having some financial setbacks.
- Έχουν μερικές οικονομικές αναποδιές.
Children’s tuition fees are yet another financial burden for the family.
- Τα δίδακτρα των παιδιών είναι ένα πρόσθετο οικονομικό βάρος για την οικογένεια.
The company presented its financial results for the year.
- Η εταιρεία παρουσίασε τα χρηματοοικονομικά της αποτελέσματα για το έτος.
We are using new technologies for better financial management.
- Χρησιμοποιούμε νέες τεχνολογίες για την καλύτερη χρηματοοικονομική διαχείριση.
Financial stability is essential for economic growth.
- Χρηματοπιστωτική σταθερότητα είναι απαραίτητη για την οικονομική ανάπτυξη.
The financial crisis of 2008 had a global impact.
- Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 είχε παγκόσμιο αντίκτυπο.
The government introduced measures to regulate the financial sector.
- Η κυβέρνηση εισήγαγε μέτρα για τη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα.