finding

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈfaɪndɪŋ/ (βρετανικό)
 Audio (ΗΠΑ)βοήθεια, αρχείο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
finding findings

finding (en)

  1. εύρημα
  2. (νομική) δικαστική απόφαση

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

finding (en)

  • ενεργητική μετοχή του ρήματος find

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  • finding - The American Heritage Dictionary of the English Language online. Houghton Mifflin Harcourt.
  • finding - Cambridge Dictionary online
  • finding - Dictionary.com. Λήμματα από διάφορα λεξικά για την αγγλική γλώσσα. © 2019 Dictionary.com, LLC
  • finding - Douglas Harper, Online Etymology Dictionary (Διαδικτυακό ετυμολογικό λεξικό) etymonline.com (αγγλικά, από το 2001)
  • finding - Merriam–Webster Online Dictionary (μονόγλωσσο λεξικό, αγγλικά, από το 1828)