Μετάβαση στο περιεχόμενο

fitting room

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
fitting room fitting rooms

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
fitting room <  δείτε τις λέξεις fitting και room

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

fitting room (en)

  • το δοκιμαστήριο ενός καταστήματος
    παράδειγμα  She is trying on dresses in the fitting room.
    Δοκιμάζει φορέματα στο δοκιμαστήριο.