fixette

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

fixette < fixation

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
fixette fixettes

fixette (fr) θηλυκό

  1. (οικείο) εμμονή σε μια ιδέα, ένα αντικείμενο, κ.α., « κόλλημα » σε κάτι
    faire une fixation - « κολλάω » σε κάτι, « μου μπαίνει » μια έμμονη ιδέα