fixture

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

fixture

  1. εγκατάσταση
  2. μπάστακας, σταθερά παρών
  3. προγραμματισμένος αγώνας (όχι έκτακτο φιλικό)