flagrant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

flagrant (en)

flagrant violation of human rights - κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Συνώνυμα[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό flagrant flagrants
θηλυκό flagrante flagrantes

flagrant (fr)

  1. κατάφωρος
    flagrant délit - κατάφωρο αδίκημα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]