flaunt
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | flaunt |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | flaunts |
| αόριστος | flaunted |
| παθητική μετοχή | flaunted |
| ενεργητική μετοχή | flaunting |
Ρήμα
[επεξεργασία]- επιδεικνύω, δείχνω κάτι που περηφανεύομαι στους άλλους για να τους εντυπωσιάσω
The new rich elite publicly flaunted their wealth.
- Η νέα πλούσια ελίτ επέδειξε δημόσια τον πλούτο της.
- επιδεικνύομαι, επιδεικνύω τον εαυτό μου με σεξουαλικό τρόπο για να τραβήξω την προσοχή των άλλων
He/she likes to flaunt himself/herself.
- Του/της αρέσει να επιδεικνύεται.