Μετάβαση στο περιεχόμενο

flecto

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
flecto < πρωτοϊταλική *flektō < (ίσως) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰleK- / *dʰleK- / *gʷʰleK-

flecto (la)

  1. λυγίζω, κάμπτω
  2. στρέφω
  3. κατευνάζω, καθησυχάζω