Μετάβαση στο περιεχόμενο

fling

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
fling flings

fling (en) (ανεπίσημο)

  1. η ανάπαυλα, περίοδος χωρίς σκοτούρες
  2. το φλερτ, η φάση, βραχυχρόνια σεξουαλική σχέση
    παράδειγμα  She had many flings in her life but never a serious relationship.
    Είχε στη ζωή της πολλά φλερτ αλλά ποτέ ένα σοβαρό δεσμό.
    παράδειγμα  He had a fling with her friend at a party.
    Είχε γίνει μια φάση με μια φίλη της σε ένα πάρτυ.
ενεστώτας fling
γ΄ ενικό ενεστώτα flings
αόριστος flung
παθητική μετοχή flung
ενεργητική μετοχή flinging
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

fling (en)

  1. (μεταβατικό) εκσφενδονίζω, πετάω ή σπρώχνω κάποιον ή κάτι με δύναμη, ειδικά επειδή είμαι θυμωμένος ή με απρόσεκτο τρόπο
    παράδειγμα  He flung his hat in the air.
    Εκσφενδόνισε το καπέλο του στον αέρα.
    παράδειγμα  The children flung rocks across the surface of the sea.
    Τα παιδιά πετούσαν πέτρες στην επιφάνειας της θάλασσας.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη throw
  2. (μεταβατικό) πετιέμαι, ρίχνω, κινούμαι ξαφνικά με δύναμη
    παράδειγμα  He was flung six meters away by the explosion.
    Πετάχτηκε έξι μέτρα μακριά από την έκρηξη.
    παράδειγμα  They flung him into the prison.
    Τον ρίξανε στη φυλακή.
    παράδειγμα  He flung himself at the burglar.
    Ρίχτηκε εναντίον του διαρρήκτη.
  3. (μεταβατικό) πετάω βρισιά, πετάω κατάμουτρα, ρίχνω, λέω κάτι σε κάποιον με επιθετικό τρόπο
    παράδειγμα  I fling insults at someone.
    Πετώ βρισιές σε κάποιον.
    παράδειγμα  I am flinging an accusation at someone.
    Πετάω κατάμουτρα μια κατηγορία.
    παράδειγμα  She flung the truth/an accusation in his face.
    Του έριξε κατά πρόσωπο την αλήθεια/μια κατηγορία.
     συνώνυμα: hurl

Παράγωγα

[επεξεργασία]