fling

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
fling flings

fling (en)

  1. ανάπαυλα, περίοδος χωρίς σκοτούρες
  2. βραχυχρόνια σεξουαλική σχέση

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας fling
γ΄ ενικό ενεστώτα flings
αόριστος flung
παθητική μετοχή flung
ενεργητική μετοχή flinging
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

fling (en)