flop
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| flop | flops |
flop (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | flop |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | flops |
| αόριστος | flopped |
| παθητική μετοχή | flopped |
| ενεργητική μετοχή | flopping |
- πέφτω, σε μια καρέκλα, ένα κρεβάτι από την κούραση
- σπαρταράω, πέφτω χωρίς έλεγχο
The fish were still flopping around the bottom of the boat.
- Τα ψάρια σπαρταρούσαν ακόμα στον πάτο της βάρκας.
- (ανεπίσημο) αποτυγχάνω, για οτιδήποτε έργο, παράσταση, εκτόξευση κτλ.