Μετάβαση στο περιεχόμενο

flourish

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας flourish
γ΄ ενικό ενεστώτα flourishes
αόριστος flourished
παθητική μετοχή flourished
ενεργητική μετοχή flourishing

flourish (en)

  1. (αμετάβατο) προκόβω, ευημερώ, αναπτύσσομαι γρήγορα και γίνομαι επιτυχημένος ή κοινός
    παράδειγμα  He worked hard and managed to flourish in his career.
    Δούλεψε σκληρά και κατάφερε να προκόψει στην καριέρα του.
    παράδειγμα  The country flourished during a period of peace and stability.
    Η χώρα ευημερούσε κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ειρήνης και σταθερότητας.
  2. (αμετάβατο) ευδοκιμώ, προκόβω, μεγαλώνω καλά· είμαι υγιής και χαρούμενος
    παράδειγμα  These plants flourish in sunny climates.
    Αυτά τα φυτά ευδοκιμούν σε ηλιόλουστα κλίματα.
    παράδειγμα  I hope the grandchildren are flourishing.
    Ελπίζω ότι τα εγγόνια προκόβουν.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]