fly in the face of
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | fly in the face of |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | flies in the face of |
| αόριστος | flew in the face of |
| παθητική μετοχή | flown in the face of |
| ενεργητική μετοχή | flying in the face of |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]fly in the face of (en)
- συγκρούομαι, είμαι σε πλήρη αντίθεση με κάτι καθιερωμένο
- fly in the face of tradition : είμαι σε αντίθεση με την παράδοση