focal point
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| focal point | focal points |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]focal point (en)
| ενικός | πληθυντικός |
| focal point | focal points |
focal point (en)