following

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

following (en) (χωρίς παραθετικά)

  1. ακόλουθος, παρακάτω, που πρόκειται να αναφερθεί μετά
    the following books/things/articles - τα ακόλουθα βιβλία/πράγματα/είδη
    But also pay attention to the following examples.
    Πρόσεξε όμως και τα παρακάτω παραδείγματα.
  2. επόμενος, που είναι επόμενο στο χρόνο
    on the following day - την επόμενη
    in the following month/year - τον επόμενο μήνα/χρόνο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
following followings

following (en)

  1. (the following) ο εξής, που θα αναφέρω μετά
    Among the things stolen are the following.
    Μεταξύ των κλαπέντων πραγμάτων είναι τα εξής.
    The following have been invited.
    Έχουν προσκληθεί οι εξής.
  2. (συνήθως ενικός) οι οπαδοί, μια ομάδα υποστηρικτών
    This politician has a large following.
    Αυτός ο πολιτικός έχει πολλούς οπαδούς.

Πρόθεση[επεξεργασία]

following (en)

  • κατόπιν, μετά ή ως αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου γεγονότος
    He went to the market and, following that, the office.
    Πήγα στην αγορά και κατόπιν στο γραφείο.

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

following (en)

Πηγές[επεξεργασία]