foncer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

foncer 

Ρήμα[επεξεργασία]

foncer (fr) (μεταβατικό)

  1. βάζω πάτο σε κάτι
  2. σκάβω κατακόρυφα
  3. σκουραίνω
  4. πέφτω πάνω σε κάτι ή σε κάποιον
  5. (αργκό) τρέχω, βιάζομαι, "τα δίνω", γκαζώνω