fondatrice

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
fondatrice fondatrices

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

fondatrice (fr) θηλυκό